ανάσυρση


ανάσυρση
η
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανασύρω, η ανέλκυση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανασύρω. Η λ. μαρτυρείται από το 1868 στον Παν. Ζάνο, δραματικό ποιητή].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανέλκυση — η (Α ἀνέλκυσις) έλκυση προς τα πάνω, ανύψωση, (κυρίως) η ανάσυρση πλοίων ή εξαρτημάτων από τον βυθό …   Dictionary of Greek

  • κερκέτης — ο (Α κερκέτης) νεοελλ. ναυτ.) είδος μικρής άστυπης άγκυρας με τρεις όνυχες που χρησιμοποιείται συνήθως σε λέμβους, για αγκυροβολία ή και για ανάσυρση αντικειμένων από τον βυθό αρχ. 1. βάρος που κρεμούσαν στην προσήνεμη πλευρά τού πλοίου, όταν… …   Dictionary of Greek

  • τροχόσπιτο — το, Ν τεχνολ. 1. (παλαιότερα) τροχήλατη άμαξα που χρησιμοποιούσαν ταυτόχρονα ως μεταφορικό μέσο και κατοικία νομάδες, πλανόδιοι έμποροι, διευθυντές και καλλιτέχνες περιοδευόντων θιάσων και τσίρκων 2. (σήμερα) αυτοκινούμενο ή ρυμουλκούμενο… …   Dictionary of Greek

  • ανέλκυση — η η ανάσυρση από το βυθό της θάλασσας πλοίου: Η ανέλκυση του ναυαγίου δεν επιτεύχθηκε ακόμη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)